...είναι λέει σ ένα μπάρ κάπου στην Κρήτη ο Γιάννης ο μπάρμαν, ομορφόπαιδο, ηλιοκαμένος - σκέτος κούρος, κι ένας Γερμανός τουρίστας αλλήθωρος, τραυλός, αγαθιάρης, γενικώς κακομοίρης καλά καλά. Και είναι και ΠΙΤΑ γιατί δεν αντέχει την καραμπόμπα τεκίλα που τον κερνάνε όλο το βράδυ, κάθε βράδυ, μαζί με τις μπύρες που παραγγέλνει.
Αλλά έχει έρθει για διακοπές, και όλες του οι οικονομίες είναι μαζί του - πληρώνουν καλά στο εργοστάσιο της BMW οι Γερμανοί, άμα δουλεύεις βέβαια, κι αυτός δουλεύει που ξεσκίζεται, οπότε έχει να ξοδέψει, αν χρειαστεί...
Την ξέρει τη φάρα και το πιώμα του τουρίστα ο Έλληνας ο διαόλιος ο μπάρμαν και κάνει από μέσα του:
"Χααα... κουτόφραγκος ο κοκοβιός, και γκόλ, μπροστά του δεν βλέπει, κάτσε, εδώ έχει ψωμί η δουλειά.".
Του πιάνει την κουβέντα λοιπόν, σούξου μούξου μανταλάκια, τον κάνει χειρότερο κουδούνι τεκίλες και ξανατεκίλες, και στο φινάλε του κάνει την κρούση:
-"Χανς, λοιπόν φίλε μου καλέ, λέω να παίξουμε ένα παιχνίδι. Θα σου κάνω ερωτήσεις. Εάν δεν ξέρεις να απαντήσεις, θα μου δίνεις εκατό ευρώ. Μετά θα μου κάνεις εσύ ερωτήσεις. Εάν δεν ξέρω εγώ να τις απαντήσω, θα σου δίνω βέβαια πιο πολλά, δηλαδή πεντακόσια ευρώ, γιατί είσαι στον τόπο μου, κι εμείς είμαστε φιλόξενος λαός. Εντάξει???"
-"Χα χα, ωραίο παιχνίβι, μου αρεθει, ..χικ..", λέει ο Γερμανός. "Να το παίκθουμε τώρα, ...χικ..."
-"Λοιπόν, πρώτη ερώτηση: Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια, Χανς?» λέει ο γάταρος ο μπάρμαν.
Ξύνει το κεφάλι του ο Χανς, πρασινίζει, κοκκινίζει, περνά λίγη ώρα λέει στο τέλος:
-«Γάτα μήπωθ?? Αχ… δεν είμαι θιγουροθ …χικ… κερδίδειθ Γιαννάκη, ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο ..χικ»…
Γελάει κάτω από τη μουστάκα του ο τσολιάς, συνεχίζει ακάθεκτος:
-«Δεύτερη ερώτηση, Χανς. Τι είναι αυτό που κάνει γαβ γαβ ?»
Ξανά-μανα ξύνει την ξανθή του κεφάλα ο Γερμανός, δώστου δώστου, δεν τον βοηθάει η τεκίλα με την μπύρα στον οργανισμό του, όμως…:
-«Θκύλοθ μήπωθ??», λέει σε κάποια στιγμή «Ή …όχι, όχι, αχ, δεν κθέρω… … χικ....χικ.. Ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο».
-«Τρίτη ερώτηση» λέει ο Έλληνας, ενώ σκέφτεται «ω ρε γμτ, έπρεπε να το τραβήξω με την κάμερα αυτό, να το ανεβάσω στο YouTube να γελάσει και κανείς άλλος με τους ηλίθιους τούτους, φτου…»
Συνεχίζει όμως, έστω και χωρίς κάμερα…
-«Λοιπόν, εύκολη αυτή, Χανς: Τι γλώσσα μιλάνε στην Ελλάδα?»
-«Ω ρε παιβί μου, χικ, το ηκθερα αυτό, κατθε να βειθ …χικ… ω, ρε γαμωτο, το κθεχναω, ενώ το ηκθερα.» …μπλοκαρισμένος εντελώς ο Χανς, σκέφτεται, σκέφτεται…. «Ε, δεν κθερω, κθεχαθα, νομίδω Ελληνικά αλλά δεν κθέρω... χικ...», του λέει, «Ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο.»
…. Στην τσέπη του Γιαννάκη και αυτό το κατοστάρικο.
Τελικά, με τα πολλά, ο Γερμανός έχοντας χάσει τέσσερα κατοστάρικα κι έχοντας πιεί άλλο τόσο από το άπειρο ντίζελ που είχε πιεί πριν το παιχνίδι, σηκώνεται παραπατώντας, και λέει :
-«Γιάννη μου πάω για ύπνο γιατί έχω δαλιθτεί λιγάκι, ..χικ… αύριο να παίκθουμε το υπόλοιπο παιχνίβι, εντάκθει? Χικ…»
-«Εντάξει», λέει ο Έλληνας, «τα λέμε το βράδυ, τη γνωστή ώρα».
Παίρνει λοιπόν τα 400 "κερδισμένα" ευρώ ο Γιαννάκης ο καραμπουζουκλής, παίρνει και τα λεφτά από τις μπύρες που του πλήρωσε ο Γερμανός, τσεπώνει και επιπλέον τετρακόσια (δανεικά) από το ταμείο του μπαρ, διότι «αύριο θα μου σκάσει κι άλλα ο ηλίθιος ο Χανς και θα τα βάλω πίσω», βγάζει την X5 από το γκαράζ βάζει μέσα και το πρόσωπο, την «έτσι» για τσάρκα στην παραλία, στα μπουζούκια για γαρύφαλλα και δωδεκάδες πιάτα... «Καλά τη βόλεψα πάλι, ευτυχώς που μ έκανε η μάνα μου έξυπνο, α ρε ΈΛΛΗΝΑ ΜΑΓΚΑ ΑΘΑΝΑΤΕ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΣΑΙ!!!!», χασκογελάει σ όλο το δρόμο, το λέει και στην κοπελιά - «Αχ καλέ τι έξυπνος που είσαι μωράκι μου» του λέει αυτή, άλλος τόσος σαν το παγώνι ο Γιαννάκης…
Ωστόσο ο Γερμανός πάει στο ΚΤΕΛ, παίρνει το λεωφορείο καθότι ξημερώματα πια, γυρνάει μετά από καμιά ώρα στο ξενοδοχείο ζωγραφίζοντας, τρώει κάτι ανακυκλωμένα πλαστικά που σερβίρουν εκεί για πρωινό, αφού έχει έρθει διακοπές με γκρουπ - ο γύφτος, σαν δεν ντρέπεται- και όλα είναι στην τιμή. Βέβαια μόνο που δεν τα βγάζει επι τόπου από την αηδία - και το ποτό συν τοις άλλοις, αλλά τι να κάνουμε… «Άλλη φορά τέρμα οι τεκίλεθ, σκέφτεται, αυτό θα αλλάκθω αφού με πιάνει το θτομάχι μου. Μια μπυρίτθα θα πίνω και τέρμα»…
Κοιμάται μετά, ξυπνάει μεσημεράκι, πίνει το απαράδεκτο νεροζούμι του ξενοδοχείου αντί καφέ, πίνει και τρία depon, και ξαναξεκινά για το μπαρ του Γιάννη αργά το απόγευμα, για να συνεχίσουν το παιχνίδι. Στο δρόμο μέσα στο λεωφορείο, όμως, σκέφτεται ο τι έγινε την προηγουμένη, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά… «Χμμμ… μάλιθτα, κατάλαβα», λέει στον εαυτό του, «χάνω εγώ του δίνω κατοθτάρικο, χάνει αυτόθ μου δίνει πεντακοθάρικο είπαμε ε??».
Φτάνει στο μαγαζί, κάθεται στο μπαρ:
-«Γεια θου φίλε μου Γιαννάκη» λέει γελαστά...
-«Γεια σου κολλητέ μου Χανς, ομορφόπαιδο», λέει ο άλλος, κι από μέσα του «κοροιδάκλαααααα στραβοχυμένεεεε, πέντε βούγια δυό μουσκάρια, πώς είσαι έτσι ρεεεεεε….».
-«Γιαννάκη, πιάθε μια μπύρα!!!! Α, και να τελειώθουμε το παιχνίβι, για να φύγω κι εγώ , με περιμένουν θτο κθενοδοχείο νωρίθ γιατι αύριο φεύγει το γκρουπ μου πίθω για τo Dingolfing , εντάκθει??» λέει σοβαρός ο Χανς…
-«Και βέβαια, Χανς μου, κρίμα που θα σε χάσουμε τέτοιο πελάτη… Άντε, ξεκίνα εσύ, σειρά σου», κάνει ο μπαρμαν.
- «Λοιπόν Γιάννη, θέλω να μου πειθ τι είναι αυτό που άμα το κρατάθ είναι μπλε, άμα το πετάκθειθ θτη θάλαθα γίνεται κόκκινο, κι άμα το πετάκθειθ θτον αέρα γίνεται πράθινο», του κάνει ο Χανς.
Σκέφτεται ο - ξενυχτισμένος και χθεσινοβραδυνός - Έλληνας, σκέφτεται, μπαίνει στο Ιντερνετ από το κινητό, κοιτάζει, ξανακοιτάζει… Περνάει μισή ώρα, δεν έχει βρει απάντηση.
Τελικά, κι ενώ έχει γίνει ρόμπα στην κοπελιά του που είναι μπροστά, αναγκάζεται να παραδεχτεί:
- «Δεν ξέρω ρε Χανς, δεν ξέρω ρε μεγάλε, μ έπιασες, ορίστε, πάρε το πεντακοθάρικο»...
Τα παίρνει τα λεφτά ο Γερμανός, χαμογελαστά, και σηκώνεται...
-"Ε, αθ μην θυνεχίθουμε γιατί βιάδομαι πολύ και εθύ καθυθτερείθ Γιαννάκη" λέει, αφήνει και εφτά ευρώ για την μπύρα του και πάει να φύγει...
Ο Γιαννάκης δεν μπορεί να χωνέψει ότι έχασε… Κάθεται και σκέφτεται ολοδιαόλιστος, και βρίζει τη δασκάλα του στο Δημοτικό που δεν του τα έμαθε καλά και τον κατέστρεψε. Τον τρώει και η περιέργεια όμως... Ενώ λοιπόν ο Γερμαναράς ο τραυλός αλλήθωρος και αγαθιάρης είναι στην πόρτα, τον ρωτάει ο δικός μας :
-«Εντάξει βρε Χανς, οκ, δεν το ήξερα αυτό με τα χρώματα, και πήρες το πεντακοσάρικο. Πες μου όμως, τι διάολο ήταν?»
Κι ο Χανς, βγάζοντας 100 ευρώ:
-«Δεν κθέρω Γιάννη μου, ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο».
.....Εδώ τελειώνει το ανέκδοτο κι αρχίζει ο διακαής πόθος....
Δηλαδή η φαντασίωση του Έλληνα να κάνει με τα κρεμμυδάκια το Χανς, επειδή τόλμησε να πάρει την κοροϊδία χαμπάρι αφ ενός και τα λεφτά του πίσω αφ ετέρου.
Αλλά έχει έρθει για διακοπές, και όλες του οι οικονομίες είναι μαζί του - πληρώνουν καλά στο εργοστάσιο της BMW οι Γερμανοί, άμα δουλεύεις βέβαια, κι αυτός δουλεύει που ξεσκίζεται, οπότε έχει να ξοδέψει, αν χρειαστεί...
Την ξέρει τη φάρα και το πιώμα του τουρίστα ο Έλληνας ο διαόλιος ο μπάρμαν και κάνει από μέσα του:
"Χααα... κουτόφραγκος ο κοκοβιός, και γκόλ, μπροστά του δεν βλέπει, κάτσε, εδώ έχει ψωμί η δουλειά.".
Του πιάνει την κουβέντα λοιπόν, σούξου μούξου μανταλάκια, τον κάνει χειρότερο κουδούνι τεκίλες και ξανατεκίλες, και στο φινάλε του κάνει την κρούση:
-"Χανς, λοιπόν φίλε μου καλέ, λέω να παίξουμε ένα παιχνίδι. Θα σου κάνω ερωτήσεις. Εάν δεν ξέρεις να απαντήσεις, θα μου δίνεις εκατό ευρώ. Μετά θα μου κάνεις εσύ ερωτήσεις. Εάν δεν ξέρω εγώ να τις απαντήσω, θα σου δίνω βέβαια πιο πολλά, δηλαδή πεντακόσια ευρώ, γιατί είσαι στον τόπο μου, κι εμείς είμαστε φιλόξενος λαός. Εντάξει???"
-"Χα χα, ωραίο παιχνίβι, μου αρεθει, ..χικ..", λέει ο Γερμανός. "Να το παίκθουμε τώρα, ...χικ..."
-"Λοιπόν, πρώτη ερώτηση: Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια, Χανς?» λέει ο γάταρος ο μπάρμαν.
Ξύνει το κεφάλι του ο Χανς, πρασινίζει, κοκκινίζει, περνά λίγη ώρα λέει στο τέλος:
-«Γάτα μήπωθ?? Αχ… δεν είμαι θιγουροθ …χικ… κερδίδειθ Γιαννάκη, ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο ..χικ»…
Γελάει κάτω από τη μουστάκα του ο τσολιάς, συνεχίζει ακάθεκτος:
-«Δεύτερη ερώτηση, Χανς. Τι είναι αυτό που κάνει γαβ γαβ ?»
Ξανά-μανα ξύνει την ξανθή του κεφάλα ο Γερμανός, δώστου δώστου, δεν τον βοηθάει η τεκίλα με την μπύρα στον οργανισμό του, όμως…:
-«Θκύλοθ μήπωθ??», λέει σε κάποια στιγμή «Ή …όχι, όχι, αχ, δεν κθέρω… … χικ....χικ.. Ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο».
-«Τρίτη ερώτηση» λέει ο Έλληνας, ενώ σκέφτεται «ω ρε γμτ, έπρεπε να το τραβήξω με την κάμερα αυτό, να το ανεβάσω στο YouTube να γελάσει και κανείς άλλος με τους ηλίθιους τούτους, φτου…»
Συνεχίζει όμως, έστω και χωρίς κάμερα…
-«Λοιπόν, εύκολη αυτή, Χανς: Τι γλώσσα μιλάνε στην Ελλάδα?»
-«Ω ρε παιβί μου, χικ, το ηκθερα αυτό, κατθε να βειθ …χικ… ω, ρε γαμωτο, το κθεχναω, ενώ το ηκθερα.» …μπλοκαρισμένος εντελώς ο Χανς, σκέφτεται, σκέφτεται…. «Ε, δεν κθερω, κθεχαθα, νομίδω Ελληνικά αλλά δεν κθέρω... χικ...», του λέει, «Ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο.»
…. Στην τσέπη του Γιαννάκη και αυτό το κατοστάρικο.
Τελικά, με τα πολλά, ο Γερμανός έχοντας χάσει τέσσερα κατοστάρικα κι έχοντας πιεί άλλο τόσο από το άπειρο ντίζελ που είχε πιεί πριν το παιχνίδι, σηκώνεται παραπατώντας, και λέει :
-«Γιάννη μου πάω για ύπνο γιατί έχω δαλιθτεί λιγάκι, ..χικ… αύριο να παίκθουμε το υπόλοιπο παιχνίβι, εντάκθει? Χικ…»
-«Εντάξει», λέει ο Έλληνας, «τα λέμε το βράδυ, τη γνωστή ώρα».
Παίρνει λοιπόν τα 400 "κερδισμένα" ευρώ ο Γιαννάκης ο καραμπουζουκλής, παίρνει και τα λεφτά από τις μπύρες που του πλήρωσε ο Γερμανός, τσεπώνει και επιπλέον τετρακόσια (δανεικά) από το ταμείο του μπαρ, διότι «αύριο θα μου σκάσει κι άλλα ο ηλίθιος ο Χανς και θα τα βάλω πίσω», βγάζει την X5 από το γκαράζ βάζει μέσα και το πρόσωπο, την «έτσι» για τσάρκα στην παραλία, στα μπουζούκια για γαρύφαλλα και δωδεκάδες πιάτα... «Καλά τη βόλεψα πάλι, ευτυχώς που μ έκανε η μάνα μου έξυπνο, α ρε ΈΛΛΗΝΑ ΜΑΓΚΑ ΑΘΑΝΑΤΕ ΔΕΝ ΠΑΙΖΕΣΑΙ!!!!», χασκογελάει σ όλο το δρόμο, το λέει και στην κοπελιά - «Αχ καλέ τι έξυπνος που είσαι μωράκι μου» του λέει αυτή, άλλος τόσος σαν το παγώνι ο Γιαννάκης…
Ωστόσο ο Γερμανός πάει στο ΚΤΕΛ, παίρνει το λεωφορείο καθότι ξημερώματα πια, γυρνάει μετά από καμιά ώρα στο ξενοδοχείο ζωγραφίζοντας, τρώει κάτι ανακυκλωμένα πλαστικά που σερβίρουν εκεί για πρωινό, αφού έχει έρθει διακοπές με γκρουπ - ο γύφτος, σαν δεν ντρέπεται- και όλα είναι στην τιμή. Βέβαια μόνο που δεν τα βγάζει επι τόπου από την αηδία - και το ποτό συν τοις άλλοις, αλλά τι να κάνουμε… «Άλλη φορά τέρμα οι τεκίλεθ, σκέφτεται, αυτό θα αλλάκθω αφού με πιάνει το θτομάχι μου. Μια μπυρίτθα θα πίνω και τέρμα»…
Κοιμάται μετά, ξυπνάει μεσημεράκι, πίνει το απαράδεκτο νεροζούμι του ξενοδοχείου αντί καφέ, πίνει και τρία depon, και ξαναξεκινά για το μπαρ του Γιάννη αργά το απόγευμα, για να συνεχίσουν το παιχνίδι. Στο δρόμο μέσα στο λεωφορείο, όμως, σκέφτεται ο τι έγινε την προηγουμένη, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά… «Χμμμ… μάλιθτα, κατάλαβα», λέει στον εαυτό του, «χάνω εγώ του δίνω κατοθτάρικο, χάνει αυτόθ μου δίνει πεντακοθάρικο είπαμε ε??».
Φτάνει στο μαγαζί, κάθεται στο μπαρ:
-«Γεια θου φίλε μου Γιαννάκη» λέει γελαστά...
-«Γεια σου κολλητέ μου Χανς, ομορφόπαιδο», λέει ο άλλος, κι από μέσα του «κοροιδάκλαααααα στραβοχυμένεεεε, πέντε βούγια δυό μουσκάρια, πώς είσαι έτσι ρεεεεεε….».
-«Γιαννάκη, πιάθε μια μπύρα!!!! Α, και να τελειώθουμε το παιχνίβι, για να φύγω κι εγώ , με περιμένουν θτο κθενοδοχείο νωρίθ γιατι αύριο φεύγει το γκρουπ μου πίθω για τo Dingolfing , εντάκθει??» λέει σοβαρός ο Χανς…
-«Και βέβαια, Χανς μου, κρίμα που θα σε χάσουμε τέτοιο πελάτη… Άντε, ξεκίνα εσύ, σειρά σου», κάνει ο μπαρμαν.
- «Λοιπόν Γιάννη, θέλω να μου πειθ τι είναι αυτό που άμα το κρατάθ είναι μπλε, άμα το πετάκθειθ θτη θάλαθα γίνεται κόκκινο, κι άμα το πετάκθειθ θτον αέρα γίνεται πράθινο», του κάνει ο Χανς.
Σκέφτεται ο - ξενυχτισμένος και χθεσινοβραδυνός - Έλληνας, σκέφτεται, μπαίνει στο Ιντερνετ από το κινητό, κοιτάζει, ξανακοιτάζει… Περνάει μισή ώρα, δεν έχει βρει απάντηση.
Τελικά, κι ενώ έχει γίνει ρόμπα στην κοπελιά του που είναι μπροστά, αναγκάζεται να παραδεχτεί:
- «Δεν ξέρω ρε Χανς, δεν ξέρω ρε μεγάλε, μ έπιασες, ορίστε, πάρε το πεντακοθάρικο»...
Τα παίρνει τα λεφτά ο Γερμανός, χαμογελαστά, και σηκώνεται...
-"Ε, αθ μην θυνεχίθουμε γιατί βιάδομαι πολύ και εθύ καθυθτερείθ Γιαννάκη" λέει, αφήνει και εφτά ευρώ για την μπύρα του και πάει να φύγει...
Ο Γιαννάκης δεν μπορεί να χωνέψει ότι έχασε… Κάθεται και σκέφτεται ολοδιαόλιστος, και βρίζει τη δασκάλα του στο Δημοτικό που δεν του τα έμαθε καλά και τον κατέστρεψε. Τον τρώει και η περιέργεια όμως... Ενώ λοιπόν ο Γερμαναράς ο τραυλός αλλήθωρος και αγαθιάρης είναι στην πόρτα, τον ρωτάει ο δικός μας :
-«Εντάξει βρε Χανς, οκ, δεν το ήξερα αυτό με τα χρώματα, και πήρες το πεντακοσάρικο. Πες μου όμως, τι διάολο ήταν?»
Κι ο Χανς, βγάζοντας 100 ευρώ:
-«Δεν κθέρω Γιάννη μου, ορίθτε, πάρε το κατοθτάρικο».
_____________________________________
_____________________________________
_____________________________________
.....Εδώ τελειώνει το ανέκδοτο κι αρχίζει ο διακαής πόθος....
Δηλαδή η φαντασίωση του Έλληνα να κάνει με τα κρεμμυδάκια το Χανς, επειδή τόλμησε να πάρει την κοροϊδία χαμπάρι αφ ενός και τα λεφτά του πίσω αφ ετέρου.